MC MEDIA NETWORK

Δευτέρα 21/9/2020

Το συγκλονιστικό γράμμα ενός 12χρονου παιδιού που κολυμπούσε στο Μάτι για σχεδόν 5 ώρες παρέα με τον «θάνατο»

Το γράμμα ενός 12χρονου παιδιού που κολυμπούσε για σχεδόν 5 ώρες παρέα με τον «θάνατο» – «Είχα εξαντληθεί, σκεφτόμουν το ενδεχόμενο να τα παρατήσω, να βουλιάξω μεσ’ την θάλασσα και να ηρεμήσω, αφού θα έχω πρώτα ξεψυχήσει»

Τα λόγια των παιδιών έχουν πάντα περισσότερη δύναμη από εκείνη των μεγάλων. Δεν παραποιούν καταστάσεις, δεν καμουφλάρουν γεγονότα, δεν κρύβουν αλήθειες και πάνω απ’ όλα αντέχουν στον χρόνο για να μας υπενθυμίζουν ποσό πολύ μικροί φαντάζουμε μπροστά τους. Το γράμμα ενός δωδεκάχρονου κοριτσιού, «αποτύπωμα» του αγώνα που έδωσε μαζί με την οικογένειά της στην θάλασσα την ημέρα της απόλυτης καταστροφής είναι αφιερωμένο «σε όλους όσους νομίζουν ότι ξεχνάμε…»

[…] Μπήκαμε στα τρία αυτοκίνητα και η μαμά ο μπαμπάς και η γιαγιά άρχισαν να οδηγούν λυσσασμένα προς Αθήνα. Είχα κλείσει τα μάτια σφιχτά αλλά το μυαλό μου ήταν καρφωμένο στα λόγια του μπαμπά. Μίλαγε στο τηλέφωνο με την μαμά, για το πού θα πάνε. Εκεί που προχωρούσαμε, μας σταμάτησε μια ουρά αυτοκινήτων. Έβριζαν και κόρναραν για να περάσουν. Αλλά μέσα από τις φωνές τους ξεχώριζες μία, του πυροσβέστη, ο οποίος έλεγε, ότι μπροστά μας υπάρχει φωτιά και ότι δεν μπορούσαμε να προχωρήσουμε. Είχαμε εγκλωβιστεί. Κατεβήκαμε όλοι από τα αμάξια και τρέξαμε σε μια παραλία λίγο πιο κάτω. Στον Κάβο. Γινόταν χαμός, άνθρωποι ούρλιαζαν, μίλαγαν στα τηλέφωνα και αγκαλιζόντουσαν κλαίγοντας, υπήρχαν και δύο άτομα ξένα τα οποία πήγαιναν από άνθρωπο σε άνθρωπο και έλεγαν “keep calm”. Η μαμά μιλούσε με την θεία στο τηλέφωνό της. Τώρα που το σκέφτομαι, δεν είδα τι έκαναν τα άλλα μέλη της οικογένειάς μου. Εκείνα τα λίγα λεπτά, έβλεπα ανθρώπους να χάνονται στην μαυρίλα και άκουγα φωνές να τσιρίζουν και να σταματάνε απότομα. Ο χρόνος πέρασε πολύ γρήγορα. Πριν το καταλάβω ήμουν στην θάλασσα, στα ρηχά. Θυμάμαι κοιτούσα το ταβερνάκι από πάνω μας να καίγεται. Η αιτία της διακοπής αυτού του θεάματος που δεν εξηγείται με λόγια, ήταν η φωνή της μονάκριβης αδερφούλας μου. Φώναζε, “ΔΕΝ ΜΠΟΡΩ ΝΑ ΑΝΑΠΝΕΥΣΩ, ΒΟΗΘΕΙΑ!”. Αμέσως πήγαμε πιο μέσα. Μόνο ο μπαμπάς ακουμπούσε με τα άκρα των δακτύλων του την αμμουδιά. Δεν μπορούσα να δω κάτι, αλλά άκουγα ανθρώπους να ουρλιάζουν προσπαθώντας να προστατευθούν από φλεγόμενα κουκουνάρια που τους προκαλούσαν εγκαύματα στα κορμιά τους. Δίχως σκέψη, πιαστήκαμε όλη η οικογένεια μαζί για να μην χαθούμε και μπαίναμε ανά τρία δευτερόλεπτα στο νερό για να μην καούμε. Σταματήσαμε αλλά δεν το κατάλαβα. Όταν ξανάρχισα να επικοινωνώ με το περιβάλλον βρέθηκα να κολυμπάω και να με κρατάει ένα χέρι, το αναγνώριζα, ήταν της μαμάς μου. Μας μιλούσε, αλλά ήταν το τελευταίο πράγμα που θα άκουγα εκείνη τη στιγμή. Προσπάθησα να ανοίξω τα μάτια μου, αλλά ο κόπος ήταν μάταιος. Με άγχωνε πιο πολύ να κινδυνεύω εγώ, η οικογένειά μου και ενδεχόμενα οι φίλοι και οι γείτονές μου.

Μετά από κάμποση ώρα, άνοιξα τα μάτια μου. Η εικόνα που αντίκρισα με έχει στιγματίσει. Είδα το απόλυτο τίποτα. Το άπειρο. Έναν απέραντο ωκεανό και μια ήρεμη θάλασσα να ενώνονται στα βαθιά με μία γραμμή, εκεί που δεν έφτανε η όρασή μου. Οι καπνοί είχαν πλημμυρίσει τον ουρανό και οι στάχτες την θάλασσα. Είχε επικρατήσει η μαυρίλα. Ανακουφίστηκα πολύ όταν συνειδητοποίησα ότι το χέρι υπάρχει ακόμα. Ήταν εκεί να με πιέζει, δεν σταμάτησε ποτέ! Τότε η γιαγιά η οποία δεν είχε καταφέρει να ανοίξει τα μάτια της ακόμα, φώναξε αν είμαστε όλοι καλά, με μια φωνή τόσο ταλαιπωρημένη που δεν έχω ξανακούσει από εκείνη. Η μαμά είπε ότι η ίδια, εγώ και η αδερφή μου, ήμασταν καλά. Όμως καμία απάντηση από τον μπαμπά. Η μαμά με ανησυχητική φωνή, επανέλαβε την φράση της γιαγιάς. Ο μπαμπάς απάντησε με την αγριεμένη φωνή του ότι θα έπρεπε να σταματήσουν να ρωτάνε. Φαίνεται ότι είχε επαναληφθεί αυτό αρκετές φορές. Η φωνή του μπαμπά με παραξένεψε. Ήταν αγριεμένη αλλά φάνηκε ότι μέσα του ήταν θλιμμένος και πάνω από όλα κουρασμένος. Συνεχίσαμε να κολυμπάμε για πολύ ώρα όταν ακούσαμε κάποιους να φωνάζουν βοήθεια. Ήταν δύο γιαγιάδες με έναν παππού στα χέρια τους. Ναι φάνηκε, δεν ζούσε πια. Καταλάβαμε ότι φώναζαν σε ένα ελικόπτερο, το οποίο πετούσε από πάνω μας. Φωνάξαμε, ουρλιάξαμε, τσιρίξαμε, αλλά τίποτα. Αυτό επαναλήφθηκε αρκετές φορές με ελικόπτερα και πλοία κατά τη διάρκεια του αγώνα μας, αλλά κανένα δεν μας άκουσε. Πήγαμε κοντά στις άγνωστες κυρίες και αποφασίσαμε όλοι μαζί να πάμε από μια κατεύθυνση, η οποία ήταν ενάντια στο ρεύμα της θάλασσας. Άρχισε να σκοτείνιαζε, σε σημείο που δεν βλεπόμασταν. Συνέχισε η γνωστή φράση, “ΕΙΣΤΕ ΟΛΟΙ ΚΑΛΑ;”, ανά δευτερόλεπτα. Είχα εξαντληθεί, σκεφτόμουν το ενδεχόμενο να τα παρατήσω, να βουλιάξω μεσ’ την θάλασσα και να ηρεμήσω, αφού θα έχω πρώτα ξεψυχήσει. Αλλά δεν μπορούσα να διανοηθώ, ότι θα έκανα κάτι τέτοιο, δεν γινόταν να τα παρατήσω, είχα ακόμα δυνάμεις τις οποίες δεν ήξερα ότι υπάρχουν μέσα μου.

Όμως το σημείο που με έκανε περισσότερο να το θελήσω είναι το μυστικό που είπε η μαμά στο μπαμπά, νομίζοντας ότι δεν ακούω.. “Δεν θα τα καταφέρουμε, σκοτεινιάζει, δεν θα μας βρουν.”. Δεν καταλάβαινα αν από τα μάτια μου βγαίνει περισσότερο νερό ή μπαίνει. Τα κύματα είχαν αρχίσει να περνάνε από πάνω μας, ήταν τεράστια. Δεν προλάβαινα να αναπνεύσω, τα μάτια μου έτσουζαν, το σώμα μου δεν το ένιωθα, νόμιζα ότι είχε γίνει θρύψαλα και είχε χαθεί στα βάθη της θάλασσας. Νόμιζα ότι δεν άντεχα, αλλά κάτι μέσα μου, μου έλεγε ότι μπορώ κι άλλο. Σε ένα σημείο η μαμά ρώτησε “κορίτσια αντέχετε;” γεμάτη ελπίδες. Η μεγάλη μου αδερφή χωρίς να απαντήσει στην ερώτηση της μαμάς με ρώτησε “Μ… αντέχεις;”. Είπα “όχι” χωρίς να το σκεφτώ. Είχα γίνει μπλε από την παγωνιά και μου βγήκε αυθόρμητα. Η αδερφή μου, χωρίς να χάσει δευτερόλεπτο ήρθε και άρχισε να με σηκώνει με μικρές και βιαστικές κινήσεις προς την επιφάνεια. Δεν πέρασε ένα λεπτό που παράτησα την Β… να σηκώνει το τίποτα και πήγα να αγκαλιάσω την μαμά μου. Φοβόμουν. Φοβόμουν επειδή φοβόταν η μαμά. Δεν την είχα ξαναδεί έτσι. Πήρα τα πάνω μου όταν εμφανίστηκε κάτι μπλε μακριά. Ήταν στεριά. Φαινόταν όπως βλέπω από την παραλία την Εύβοια απέναντι, ένα μακρινό μπλε βουνό. Κοίταξα πίσω όταν η αδερφή μου με φώναξε. Από την βιασύνη μου να φτάσω στην στεριά πριν πνίγω, με έκανε να φερθώ ατομικά και να αφήσω τους υπόλοιπους πίσω. Τους περίμενα γκρινιάζοντας να κάνουν πιο γρήγορα. Κοιτώντας τους και κουνώντας τα χέρια και τα πόδια σε ρυθμούς παράνοιας πρόσεξα ότι είχε μείνει μόνο μία από τις γριούλες. Το κολύμπι συνεχίστηκε μέχρι που φτάσαμε σε μια νέα κυρία που κολυμπούσε μοναχή της μπροστά μας. Γύρισε, αντίκρισε εμένα και την αδερφή μου και μας χαμογέλασε γεμάτη αυτοπεποίθηση λέγοντάς μας, “Γεια σας κορίτσια, αυτό λογικά θα είναι το μεγαλύτερό σας μπάνιο, σωστά;”. Με την αδερφή μου κοιταχτήκαμε απορημένες από την καθόλου ανησυχία της για το τι συνέβαινε. Θα έκρυβε πολύ καλά τα συναισθήματά της για να μας κάνει να ηρεμήσουμε. Συνεχίσαμε επτά άτομα να κολυμπάμε προς το υποτιθέμενο νησί. Κολυμπώντας αντίθετα από το ρεύμα της θάλασσας, για αρκετή ώρα, αυτό το μπλε έγινε μαύρο, με πολλά φώτα. Ίσα που πρόλαβα να εκδηλώσω τα συναισθήματά μου και στους άλλους χαμογελώντας, όταν το στόμα μου γέμισε για χιλιοστή φορά θαλασσινό νερό. Ένα καΐκι σταμάτησε λίγο πιο μπροστά μας. Δεν μας είδε, έγινε κατά τύχη! Ο μπαμπάς νιώθοντας ευάλωτος, μας είπε να κατευθυνθούμε προς τα εκεί. Θυμάμαι χαρακτηριστικά την γιαγιά να λέει “Είναι πιο κοντά; Δεν αντέχω άλλο”. Γύρισα να την κοιτάξω, τα μάτια της ήταν ακόμη κλειστά. Η μαμά χωρίς να χάσει χρόνο της απάντησε και πήγε να την βοηθήσει. Μας πήρε ένα τέταρτο να φτάσουμε. Τους φωνάξαμε, μας άκουσαν και μας πέταξαν σωσίβια με σχοινιά. Μου έκαναν νόημα να πάω πρώτη, αφού ήμουν και η μικρότερη. Δεν περίμενα ποτέ στην ζωή μου πως η μεγαλύτερη χαρά μου ως τότε θα ήταν να ακουμπήσω αυτό το πλαστικό. Τράβηξαν το σχοινί, με έπιασαν και με ανέβασαν. Με το που ακούμπησα το πόδι μου στο πάτωμα έπεσα, δεν είχα την δύναμη να ξανασηκωθώ. Η ζαλάδα μου ήταν απερίγραπτη. Ένας από τους ψαράδες με σήκωσε και με άφησε σε μια πλαστική καρέκλα, έβαλε δίπλα την αδερφή μου και μας έδωσαν κουβέρτες να σκεπαστούμε.

[…] Ήρθε ένας άγνωστος, μας έντυσε με τα ρούχα του και μας αγόρασε τρόφιμα. Κάποιος μας ενημέρωσε για ένα ξενοδοχείο λίγο πιο πάνω. Δώσαμε τα ρούχα πίσω στον κύριο, αφού επέμενε η μαμά, και ανεβήκαμε την ανηφόρα για να φτάσουμε. Τότε συνειδητοποίησα ότι υπάρχει πολύς κόσμος, η ώρα ήταν δώδεκα. Δηλαδή είχαμε κολυμπήσει για τέσσερις ώρες και τριάντα λεπτά. Απίστευτο! Δεν ήταν δυνατόν! Ο κόσμος μας κοιτούσε χωρίς να ξέρει τι έχει γίνει, λες και ήμασταν άστεγοι. Χωρίς ρούχα, ξυπόλυτοι, τα μαλλιά γεμάτα κόμπους και άπλυτο δέρμα. Η αλήθεια είναι ότι φαινόμασταν άστεγοι. Δεν ντρεπόμουν καθόλου, ίσα ίσα, ήμουν περήφανη για τον εαυτό μου, τα κατάφερα και ας μην το ξέρουν. Όταν φτάσαμε, μας είπαν ότι για να κοιμηθούμε εκεί, το ένα βράδυ, χρειάζεται να δώσουμε τριακόσια ευρώ. Πήραμε τηλέφωνο από εκείνο το γραφείο τον θείο μου να έρθει να μας πάρει. Όσο περιμέναμε είδα στα χέρια της γιαγιάς το τσαντάκι της και στα πόδια της τις σαγιονάρες που της είχε πάρει ο παππούς πριν φύγει από την ζωή. Κατάλαβα ότι είχε κολυμπήσει τόσες ώρες με αυτά. Μα πώς; […]

Πηγή: Πρώτο Θέμα

Το γράμμα ενός 12χρονου παιδιού που κολυμπούσε για σχεδόν 5 ώρες παρέα με τον «θάνατο» – «Είχα εξαντληθεί, σκεφτόμουν το ενδεχόμενο να τα παρατήσω, να βουλιάξω μεσ’ την θάλασσα και να ηρεμήσω, αφού θα έχω πρώτα ξεψυχήσει»

Τα λόγια των παιδιών έχουν πάντα περισσότερη δύναμη από εκείνη των μεγάλων. Δεν παραποιούν καταστάσεις, δεν καμουφλάρουν γεγονότα, δεν κρύβουν αλήθειες και πάνω απ’ όλα αντέχουν στον χρόνο για να μας υπενθυμίζουν ποσό πολύ μικροί φαντάζουμε μπροστά τους. Το γράμμα ενός δωδεκάχρονου κοριτσιού, «αποτύπωμα» του αγώνα που έδωσε μαζί με την οικογένειά της στην θάλασσα την ημέρα της απόλυτης καταστροφής είναι αφιερωμένο «σε όλους όσους νομίζουν ότι ξεχνάμε…»

[…] Μπήκαμε στα τρία αυτοκίνητα και η μαμά ο μπαμπάς και η γιαγιά άρχισαν να οδηγούν λυσσασμένα προς Αθήνα. Είχα κλείσει τα μάτια σφιχτά αλλά το μυαλό μου ήταν καρφωμένο στα λόγια του μπαμπά. Μίλαγε στο τηλέφωνο με την μαμά, για το πού θα πάνε. Εκεί που προχωρούσαμε, μας σταμάτησε μια ουρά αυτοκινήτων. Έβριζαν και κόρναραν για να περάσουν. Αλλά μέσα από τις φωνές τους ξεχώριζες μία, του πυροσβέστη, ο οποίος έλεγε, ότι μπροστά μας υπάρχει φωτιά και ότι δεν μπορούσαμε να προχωρήσουμε. Είχαμε εγκλωβιστεί. Κατεβήκαμε όλοι από τα αμάξια και τρέξαμε σε μια παραλία λίγο πιο κάτω. Στον Κάβο. Γινόταν χαμός, άνθρωποι ούρλιαζαν, μίλαγαν στα τηλέφωνα και αγκαλιζόντουσαν κλαίγοντας, υπήρχαν και δύο άτομα ξένα τα οποία πήγαιναν από άνθρωπο σε άνθρωπο και έλεγαν “keep calm”. Η μαμά μιλούσε με την θεία στο τηλέφωνό της. Τώρα που το σκέφτομαι, δεν είδα τι έκαναν τα άλλα μέλη της οικογένειάς μου. Εκείνα τα λίγα λεπτά, έβλεπα ανθρώπους να χάνονται στην μαυρίλα και άκουγα φωνές να τσιρίζουν και να σταματάνε απότομα. Ο χρόνος πέρασε πολύ γρήγορα. Πριν το καταλάβω ήμουν στην θάλασσα, στα ρηχά. Θυμάμαι κοιτούσα το ταβερνάκι από πάνω μας να καίγεται. Η αιτία της διακοπής αυτού του θεάματος που δεν εξηγείται με λόγια, ήταν η φωνή της μονάκριβης αδερφούλας μου. Φώναζε, “ΔΕΝ ΜΠΟΡΩ ΝΑ ΑΝΑΠΝΕΥΣΩ, ΒΟΗΘΕΙΑ!”. Αμέσως πήγαμε πιο μέσα. Μόνο ο μπαμπάς ακουμπούσε με τα άκρα των δακτύλων του την αμμουδιά. Δεν μπορούσα να δω κάτι, αλλά άκουγα ανθρώπους να ουρλιάζουν προσπαθώντας να προστατευθούν από φλεγόμενα κουκουνάρια που τους προκαλούσαν εγκαύματα στα κορμιά τους. Δίχως σκέψη, πιαστήκαμε όλη η οικογένεια μαζί για να μην χαθούμε και μπαίναμε ανά τρία δευτερόλεπτα στο νερό για να μην καούμε. Σταματήσαμε αλλά δεν το κατάλαβα. Όταν ξανάρχισα να επικοινωνώ με το περιβάλλον βρέθηκα να κολυμπάω και να με κρατάει ένα χέρι, το αναγνώριζα, ήταν της μαμάς μου. Μας μιλούσε, αλλά ήταν το τελευταίο πράγμα που θα άκουγα εκείνη τη στιγμή. Προσπάθησα να ανοίξω τα μάτια μου, αλλά ο κόπος ήταν μάταιος. Με άγχωνε πιο πολύ να κινδυνεύω εγώ, η οικογένειά μου και ενδεχόμενα οι φίλοι και οι γείτονές μου.

Μετά από κάμποση ώρα, άνοιξα τα μάτια μου. Η εικόνα που αντίκρισα με έχει στιγματίσει. Είδα το απόλυτο τίποτα. Το άπειρο. Έναν απέραντο ωκεανό και μια ήρεμη θάλασσα να ενώνονται στα βαθιά με μία γραμμή, εκεί που δεν έφτανε η όρασή μου. Οι καπνοί είχαν πλημμυρίσει τον ουρανό και οι στάχτες την θάλασσα. Είχε επικρατήσει η μαυρίλα. Ανακουφίστηκα πολύ όταν συνειδητοποίησα ότι το χέρι υπάρχει ακόμα. Ήταν εκεί να με πιέζει, δεν σταμάτησε ποτέ! Τότε η γιαγιά η οποία δεν είχε καταφέρει να ανοίξει τα μάτια της ακόμα, φώναξε αν είμαστε όλοι καλά, με μια φωνή τόσο ταλαιπωρημένη που δεν έχω ξανακούσει από εκείνη. Η μαμά είπε ότι η ίδια, εγώ και η αδερφή μου, ήμασταν καλά. Όμως καμία απάντηση από τον μπαμπά. Η μαμά με ανησυχητική φωνή, επανέλαβε την φράση της γιαγιάς. Ο μπαμπάς απάντησε με την αγριεμένη φωνή του ότι θα έπρεπε να σταματήσουν να ρωτάνε. Φαίνεται ότι είχε επαναληφθεί αυτό αρκετές φορές. Η φωνή του μπαμπά με παραξένεψε. Ήταν αγριεμένη αλλά φάνηκε ότι μέσα του ήταν θλιμμένος και πάνω από όλα κουρασμένος. Συνεχίσαμε να κολυμπάμε για πολύ ώρα όταν ακούσαμε κάποιους να φωνάζουν βοήθεια. Ήταν δύο γιαγιάδες με έναν παππού στα χέρια τους. Ναι φάνηκε, δεν ζούσε πια. Καταλάβαμε ότι φώναζαν σε ένα ελικόπτερο, το οποίο πετούσε από πάνω μας. Φωνάξαμε, ουρλιάξαμε, τσιρίξαμε, αλλά τίποτα. Αυτό επαναλήφθηκε αρκετές φορές με ελικόπτερα και πλοία κατά τη διάρκεια του αγώνα μας, αλλά κανένα δεν μας άκουσε. Πήγαμε κοντά στις άγνωστες κυρίες και αποφασίσαμε όλοι μαζί να πάμε από μια κατεύθυνση, η οποία ήταν ενάντια στο ρεύμα της θάλασσας. Άρχισε να σκοτείνιαζε, σε σημείο που δεν βλεπόμασταν. Συνέχισε η γνωστή φράση, “ΕΙΣΤΕ ΟΛΟΙ ΚΑΛΑ;”, ανά δευτερόλεπτα. Είχα εξαντληθεί, σκεφτόμουν το ενδεχόμενο να τα παρατήσω, να βουλιάξω μεσ’ την θάλασσα και να ηρεμήσω, αφού θα έχω πρώτα ξεψυχήσει. Αλλά δεν μπορούσα να διανοηθώ, ότι θα έκανα κάτι τέτοιο, δεν γινόταν να τα παρατήσω, είχα ακόμα δυνάμεις τις οποίες δεν ήξερα ότι υπάρχουν μέσα μου.

Όμως το σημείο που με έκανε περισσότερο να το θελήσω είναι το μυστικό που είπε η μαμά στο μπαμπά, νομίζοντας ότι δεν ακούω.. “Δεν θα τα καταφέρουμε, σκοτεινιάζει, δεν θα μας βρουν.”. Δεν καταλάβαινα αν από τα μάτια μου βγαίνει περισσότερο νερό ή μπαίνει. Τα κύματα είχαν αρχίσει να περνάνε από πάνω μας, ήταν τεράστια. Δεν προλάβαινα να αναπνεύσω, τα μάτια μου έτσουζαν, το σώμα μου δεν το ένιωθα, νόμιζα ότι είχε γίνει θρύψαλα και είχε χαθεί στα βάθη της θάλασσας. Νόμιζα ότι δεν άντεχα, αλλά κάτι μέσα μου, μου έλεγε ότι μπορώ κι άλλο. Σε ένα σημείο η μαμά ρώτησε “κορίτσια αντέχετε;” γεμάτη ελπίδες. Η μεγάλη μου αδερφή χωρίς να απαντήσει στην ερώτηση της μαμάς με ρώτησε “Μ… αντέχεις;”. Είπα “όχι” χωρίς να το σκεφτώ. Είχα γίνει μπλε από την παγωνιά και μου βγήκε αυθόρμητα. Η αδερφή μου, χωρίς να χάσει δευτερόλεπτο ήρθε και άρχισε να με σηκώνει με μικρές και βιαστικές κινήσεις προς την επιφάνεια. Δεν πέρασε ένα λεπτό που παράτησα την Β… να σηκώνει το τίποτα και πήγα να αγκαλιάσω την μαμά μου. Φοβόμουν. Φοβόμουν επειδή φοβόταν η μαμά. Δεν την είχα ξαναδεί έτσι. Πήρα τα πάνω μου όταν εμφανίστηκε κάτι μπλε μακριά. Ήταν στεριά. Φαινόταν όπως βλέπω από την παραλία την Εύβοια απέναντι, ένα μακρινό μπλε βουνό. Κοίταξα πίσω όταν η αδερφή μου με φώναξε. Από την βιασύνη μου να φτάσω στην στεριά πριν πνίγω, με έκανε να φερθώ ατομικά και να αφήσω τους υπόλοιπους πίσω. Τους περίμενα γκρινιάζοντας να κάνουν πιο γρήγορα. Κοιτώντας τους και κουνώντας τα χέρια και τα πόδια σε ρυθμούς παράνοιας πρόσεξα ότι είχε μείνει μόνο μία από τις γριούλες. Το κολύμπι συνεχίστηκε μέχρι που φτάσαμε σε μια νέα κυρία που κολυμπούσε μοναχή της μπροστά μας. Γύρισε, αντίκρισε εμένα και την αδερφή μου και μας χαμογέλασε γεμάτη αυτοπεποίθηση λέγοντάς μας, “Γεια σας κορίτσια, αυτό λογικά θα είναι το μεγαλύτερό σας μπάνιο, σωστά;”. Με την αδερφή μου κοιταχτήκαμε απορημένες από την καθόλου ανησυχία της για το τι συνέβαινε. Θα έκρυβε πολύ καλά τα συναισθήματά της για να μας κάνει να ηρεμήσουμε. Συνεχίσαμε επτά άτομα να κολυμπάμε προς το υποτιθέμενο νησί. Κολυμπώντας αντίθετα από το ρεύμα της θάλασσας, για αρκετή ώρα, αυτό το μπλε έγινε μαύρο, με πολλά φώτα. Ίσα που πρόλαβα να εκδηλώσω τα συναισθήματά μου και στους άλλους χαμογελώντας, όταν το στόμα μου γέμισε για χιλιοστή φορά θαλασσινό νερό. Ένα καΐκι σταμάτησε λίγο πιο μπροστά μας. Δεν μας είδε, έγινε κατά τύχη! Ο μπαμπάς νιώθοντας ευάλωτος, μας είπε να κατευθυνθούμε προς τα εκεί. Θυμάμαι χαρακτηριστικά την γιαγιά να λέει “Είναι πιο κοντά; Δεν αντέχω άλλο”. Γύρισα να την κοιτάξω, τα μάτια της ήταν ακόμη κλειστά. Η μαμά χωρίς να χάσει χρόνο της απάντησε και πήγε να την βοηθήσει. Μας πήρε ένα τέταρτο να φτάσουμε. Τους φωνάξαμε, μας άκουσαν και μας πέταξαν σωσίβια με σχοινιά. Μου έκαναν νόημα να πάω πρώτη, αφού ήμουν και η μικρότερη. Δεν περίμενα ποτέ στην ζωή μου πως η μεγαλύτερη χαρά μου ως τότε θα ήταν να ακουμπήσω αυτό το πλαστικό. Τράβηξαν το σχοινί, με έπιασαν και με ανέβασαν. Με το που ακούμπησα το πόδι μου στο πάτωμα έπεσα, δεν είχα την δύναμη να ξανασηκωθώ. Η ζαλάδα μου ήταν απερίγραπτη. Ένας από τους ψαράδες με σήκωσε και με άφησε σε μια πλαστική καρέκλα, έβαλε δίπλα την αδερφή μου και μας έδωσαν κουβέρτες να σκεπαστούμε.

[…] Ήρθε ένας άγνωστος, μας έντυσε με τα ρούχα του και μας αγόρασε τρόφιμα. Κάποιος μας ενημέρωσε για ένα ξενοδοχείο λίγο πιο πάνω. Δώσαμε τα ρούχα πίσω στον κύριο, αφού επέμενε η μαμά, και ανεβήκαμε την ανηφόρα για να φτάσουμε. Τότε συνειδητοποίησα ότι υπάρχει πολύς κόσμος, η ώρα ήταν δώδεκα. Δηλαδή είχαμε κολυμπήσει για τέσσερις ώρες και τριάντα λεπτά. Απίστευτο! Δεν ήταν δυνατόν! Ο κόσμος μας κοιτούσε χωρίς να ξέρει τι έχει γίνει, λες και ήμασταν άστεγοι. Χωρίς ρούχα, ξυπόλυτοι, τα μαλλιά γεμάτα κόμπους και άπλυτο δέρμα. Η αλήθεια είναι ότι φαινόμασταν άστεγοι. Δεν ντρεπόμουν καθόλου, ίσα ίσα, ήμουν περήφανη για τον εαυτό μου, τα κατάφερα και ας μην το ξέρουν. Όταν φτάσαμε, μας είπαν ότι για να κοιμηθούμε εκεί, το ένα βράδυ, χρειάζεται να δώσουμε τριακόσια ευρώ. Πήραμε τηλέφωνο από εκείνο το γραφείο τον θείο μου να έρθει να μας πάρει. Όσο περιμέναμε είδα στα χέρια της γιαγιάς το τσαντάκι της και στα πόδια της τις σαγιονάρες που της είχε πάρει ο παππούς πριν φύγει από την ζωή. Κατάλαβα ότι είχε κολυμπήσει τόσες ώρες με αυτά. Μα πώς; […]

Πηγή: Πρώτο Θέμα

Πιέρος Σωτηρίου: Το γκολ και ο πανηγυρισμός για τον γιο του

Ο Πιέρος Σωτηρίου είναι ένας γλυκός μπαμπάς! Πανηγύρισε το γκολ του με τον πιο τρυφερό τρόπο, αφιερώνοντας τον στον γιο του. Ο Κύπριος άσσος του...

Διάσημη ηθοποιός επιβεβαίωσε τη σχέση της με μία φωτο

Nαι είναι πολύ ερωτευμένη η διάσημη ηθοποιός! Είναι μία από τις πιο διάσημες ηθοποιούς του Hollywood, και μία από τις πιο σέξι παρουσίες του...

Γιώργος Παπαδόπουλος: Η υπέροχη τούρτα για την σύζυγό του

Τα γενέθλια της γιόρτασε η σύζυγος του δημοφιλή Κύπριου τραγουδιστή Γιώργου Παπαδόπουλου, Γαλάτεια Βασιλειάδη. Ο Γιώργος Παπαδόπουλος και η Γαλάτεια Βασιλειάδη είναι από το πιο...

Πρώτη είδηση για Φουρείρα και Κύπρο στα ξένα μέσα για την Eurovision (video)

Σε τι φάση βρίσκεται η υποψηφιότητα της Κύπρου με την Ελένη Φουρέιρα; - Θα μας εκπροσωπήσει στην Eurovision το 2021; -  Όλες οι τελευταίες...

Trending

Περιζήτητος εργένης ερωτεύτηκε! Αυτή του έκλεψε την καρδιά (pic)

Ένας από τους πιο περιζήτητους εργένηδες του νησιού μας… ερωτεύτηκε! Για ποιον πρόκειται; Δείτε παρακάτω Γοητευτικός γνωστός Κύπριος είναι ζευγάρι με νεαρή κούκλα που διαθέτη...

Κούκλος του GNTM που σάρωσε φέτος, πάτωσε πέρυσι στο X Factor

Τον είχαν αποκαλέσει «ό,τι χειρότερο» στο X Factor και ένα χρόνο μετά σάρωσε στο GNTM. Το GNTM επέστρεψε ανανεωμένο, αφού για πρώτη φορά βλέπουμε αγόρια...

GNTM σκάνδαλο με ροζ βίντεο παίκτριας (pic)

Ακατάλληλο βίντεο και παίκτριας του GNTM 3 στην φόρα - Το ένα σκάνδαλο πίσω από το άλλο με ακατάλληλα-προσωπικά βίντεο βγαίνουν στην δημοσιότητα Στόχο όπως...

Σεξ μόνο το βράδυ συνιστούν οι ειδικοί! Δείτε γιατί

Τα περισσότερα ζευγάρια προτιμούν το σεξ τις βραδινές, αφού έχουν ξεμπερδέψει με τις υποχρεώσεις της ημέρας και είναι και οι δύο σύντροφοι πιο χαλαροί,...

Τρίο για πάντα…Μια απίστευτη ιστορία!

Ένα ζευγάρι ανακάλυψε και αποκάλυψε πως μετά από δέκα χρόνια σχέσης ήρθε η ώρα να παντρευτεί και να κάνει οικογένεια με μια γυναίκα που...

Σεξ μόνο το βράδυ συνιστούν οι ειδικοί! Δείτε γιατί

Τα περισσότερα ζευγάρια προτιμούν το σεξ τις βραδινές, αφού έχουν ξεμπερδέψει με τις υποχρεώσεις της ημέρας και είναι και οι δύο σύντροφοι πιο χαλαροί,...

MC MEDIA NETWORK

Ιατρικό εξοπλισμό αξίας 15 χιλιάδων ευρώ προσέφερε στο ΓΝ Αμμοχώστου η Πρέσβειρα των ΗΠΑ στην Κύπρο

Ιατρικό εξοπλισμό αξίας 15 χιλιάδων ευρώ προσέφερε στο ΓΝ Αμμοχώστου η Πρέσβειρα των ΗΠΑ στην Κύπρο

Οι αναρτήσεις των ποδοσφαιριστών της Ομόνοιας

Οι αναρτήσεις των ποδοσφαιριστών της Ομόνοιας

The Bachelor: Ποια 5 κορίτσια βρίσκονται ακόμα στη βίλα;

The Bachelor: Ποια 5 κορίτσια βρίσκονται ακόμα στη βίλα;

«Ο Κέπα η μεγαλύτερη απογοήτευση της Τσέλσι μετά από μένα»

«Ο Κέπα η μεγαλύτερη απογοήτευση της Τσέλσι μετά από μένα»

MC MEDIA NETWORK

Ιατρικό εξοπλισμό αξίας 15 χιλιάδων ευρώ προσέφερε στο ΓΝ Αμμοχώστου η Πρέσβειρα των ΗΠΑ στην Κύπρο

Ιατρικό εξοπλισμό αξίας 15 χιλιάδων ευρώ προσέφερε στο ΓΝ Αμμοχώστου η Πρέσβειρα των ΗΠΑ στην Κύπρο

Οι αναρτήσεις των ποδοσφαιριστών της Ομόνοιας

Οι αναρτήσεις των ποδοσφαιριστών της Ομόνοιας

The Bachelor: Ποια 5 κορίτσια βρίσκονται ακόμα στη βίλα;

The Bachelor: Ποια 5 κορίτσια βρίσκονται ακόμα στη βίλα;

«Ο Κέπα η μεγαλύτερη απογοήτευση της Τσέλσι μετά από μένα»

«Ο Κέπα η μεγαλύτερη απογοήτευση της Τσέλσι μετά από μένα»

Lifestyle

Σοκαριστικό σοβαρό τροχαίο για Ελληνίδα δημοσιογράφο

Σοκαριστικό σοβαρό τροχαίο είχε η δημοσιογράφος, Ξένια Γώγου, συνεργάτιδας της Αγγελικής Νικολούλη στην εκπομπή, «Φως Στο Τούνελ». Το σοκαριστικό σοβαρό τροχαίο ατύχημα έγινε την προηγούμενη...

Lifestyle

«Ο Κέπα η μεγαλύτερη απογοήτευση της Τσέλσι μετά από μένα»

«Ο Κέπα η μεγαλύτερη απογοήτευση της Τσέλσι μετά από μένα»

Ιατρικό εξοπλισμό αξίας 15 χιλιάδων ευρώ προσέφερε στο ΓΝ Αμμοχώστου η Πρέσβειρα των ΗΠΑ στην Κύπρο

Ιατρικό εξοπλισμό αξίας 15 χιλιάδων ευρώ προσέφερε στο ΓΝ Αμμοχώστου η Πρέσβειρα των ΗΠΑ στην Κύπρο

Πρόεδρος Επ. Παιδείας: Η επιδημία του κορωνοϊού είναι μέσα στα σχολεία και θα ζήσουμε με αυτή

Πρόεδρος Επ. Παιδείας: Η επιδημία του κορωνοϊού είναι μέσα στα σχολεία και θα ζήσουμε με αυτή

Advertorials